ΕΡΩΤΗΣΗ:
«Τα
πεζογραφήματα του Ιωάννου άλλοτε εμφανίζονται ως παραδοσιακά διηγήματα, άλλοτε πλησιάζουν
τον άμορφο μονόλογο […] και άλλοτε υποδύονται το δοκίμιο». Να δώσετε μερικά
παραδείγματα μέσα από τα οποία να φαίνονται οι διαφορετικές μορφές γραφής του.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Ο Ιωάννου στα πεζογραφήματά του αισθάνεται
την ελευθερία να κινείται ανάμεσα στο παραδοσιακό διήγημα, στον εσωτερικό
μονόλογο, που του επιτρέπει τη
συνειρμική καταγραφή των σκέψεών του, και το δοκίμιο που του δίνει
περιθώριο να σχολιάζει, να αντιπαραθέτει και να υποβάλλει έμμεσα μια στάση
ζωής.
Στο πεζογράφημα του Ιωάννου «Στου Κεμάλ το
Σπίτι» μπορούμε να διακρίνουμε ίχνη παραδοσιακού διηγήματος όπου ένας αυτοδιηγηματικός
και ομοδιηγηματικός αφηγητής εξιστορεί κάποια γεγονότα και σκιαγραφεί τα
πρόσωπα μιας ιστορίας: κεντρικό πρόσωπο, η ανώνυμη γυναίκα που επισκέπτεται το
σπίτι τους μια συγκεκριμένη εποχή του έτους, και δευτερεύοντα πρόσωπα τα μέλη
της οικογένειας που παρατηρούν, σκέπτονται και αντιδρούν. Δεν υπάρχει πλοκή,
όπως στα κλασσικά διηγήματα, αλλά το ενδιαφέρον του αναγνώστη κινείται με το
αίνιγμα που δημιουργείται γύρω από την ταυτότητα της γυναίκας. Η διαφορά του
από τα παραδοσιακά διηγήματα εντοπίζεται στην παρέκβαση που αφορά στην ανέγερση
των πολυκατοικιών.
Στοιχεία μονολόγου διακρίνονται στο σημείο
που ο συγγραφέας εκφράζει την οργή του για το γκρέμισμα των παλιών σπιτιών και
την ανέγερση φρικαλέων πολυκατοικιών στη θέσης τους, όπως και για το θάψιμο των
αρχαιοτήτων στα θεμέλια από τους απατεώνες εργολάβους.
Στο πεζογράφημα θα μπορούσαν να εντοπισθούν
και χαρακτηριστικά του δοκιμιακού λόγου, όπου ο συγγραφέας, ως προβληματισμένος
άνθρωπος και όχι ως ειδικός, γράφει με προσωπική χροιά για να αναδείξει κάποια
θέματα και να υποβάλει στους αναγνώστες το δικό του προβληματισμό. Τέτοια θέματα
είναι ο πόνος της προσφυγιάς και της ανταλλαγής των πληθυσμών, ανεξάρτητα από
εθνικότητα. Επίσης η εγκληματική εγκατάλειψη της πόλης στους απατεώνες
εργολάβους που για το κέρδος καταστρέφουν εγκληματικά τον χαρακτήρα και την
ιστορία της πόλης. Μια τέτοια πολιτική αδιαφορίας μόνο απέχθεια προκαλεί.